Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γέλος (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γέλος Προφορά: γέλος
  1. γέλιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο γέλως

    Παραδείγματα:
    1) Ασό γέλος επόνεσεν η κοιλία μ’.
    2) Γιά σούκ' γέλος ,γιά σούκ' πομπή, γιά σούκ' περγελαξία. (Ποιητικό, γελοίος)
    3) Γριλεύκουμαι ασό γέλος. (σκάνω στα γέλια)
    4) Σπάνω ασό γέλος. (σκάνω στα γέλια)
    5) Χάμαι ασό γέλος. (σκάνω στα γέλια)

  2. γελοίος, περίγελος, γέλιο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια