Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kaçmak
Ιδίωμα: Σαντάς
Παράδειγμα: Σον πόλεμον τ’ ορμάνα̤ εγομώθαν ασοί κατσ̌άκ'ς.
Αρσενικό: Ενικός: κατσ̌άχ'ς Πληθυντικός: κατσ̌άχοι / κατσ̌άχ'
Θηλυκό: Ενικός:κατσ̌άχαινα Πληθυντικός: κατσ̌άχ'
Ουδέτερο: Ενικός: κατσ̌άχ' Πληθυντικός: κατσ̌άχια / κατσ̌άχα
Σχόλιο: αναλογικός ο σχηματισμός του θηλυκού και του ουδετέρου, εύχρηστο κυρίως στο αρσενικό, λόγω σημασιολογίας.