Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κατσ̌άκ (λαθραίος) τουρκική, από την τουρκική λέξη kaçış (φυγή), (βλ.λ. γατσ̌άχ)
Παράδειγμα: Ένα βούρα κατσ̌άκ καπνό επήρα.