Προέλευση: από το αρχαία ουσιαστικό βήξ
Παράδειγμα: Σον βέχͮιον εβάλλ'ναν τα ποδάρα̤ σο ζεστόν το νερόν ως να ιδρών’νε.
Ενικός: βέχͮ ιος Πληθυντικός: βέχͮ ιοι
Σχόλιο: Αναλογικός ο σχηματισμός του Πληθυντικού αριθμού.