Ερμηνεία: επεμβαίνω και δίνω ξενο πράγμα
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: 'Κί βερτουρεύ' ατόν το οσπίτ' ντο έν 'σο γιάν-ι-μ.
Παράγωγο: βερτούρεμαν
Ενεστώτας: βερτουρεύω Παρατατικός: εβερτούρυα / βερτούρευα Μέλλοντας: θα βερτουρεύω Αόριστος: εβερτούρεψα / βερτούρεψα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.