Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καναάτ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καναάτ' Προφορά: καναάτ
  1. ικανοποίηση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Ματσούκας

    Παράδειγμα:
    Εντώκαν κι εδάρθαν, άμα καναάτ’ ’κ’ εποίκαν.

  2. ικανοποίηση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια