Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καμονή (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καμονή Προφορά: καμονή
  1. κάψα, φλόγα, καημός, πόνος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Ζέστια καμονή. (κάψα, φλόγα)
    2) Κι αν έν’ τη κόρτς η καμονή, ας καίει κι ας μανίζ’. (κάψα, φλόγα)
    3) Ποίος θα σύρ’ την καμονή σ’ και την αρωθυμία σ; (καημός, πόνος)
    4) Άς σην καμονήν τη παιδί’ ατ’ς άμον θα παλαλούται. (καημός, πόνος)

  2. λύπη, στεναχώρια, καημός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια