Ερμηνεία: τσακμάκι παλιό δηλ. πυριτόλιθος, (κατσκάρ) ένα κομμάτι σίδερο ατσαλένιο (τσαχμάκ, καμνωτέρ) και ίσκα (μανίν)
Παράδειγμα: Εξέγκεν την καμινωσίαν κι ερχίνεσεν να καμινών’.