Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα ὀμνύω < ὄμνυμι Παράδειγμα: Ομνώ και κατορκίσκουμαι σ’ ομματόπα μ’ τα δύο, εποίκαν όρκον κι όμνυσαν.
Ενεστώτας: ομνώ Παρατατικός: όμνυα Μέλλοντας: θα ομνώ Αόριστος: όμνησα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.