Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κοντυλίδ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κοντυλίδ' Προφορά: κοντυλίδ
  1. κούτσουρο χοντρό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κιουτούκ

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. κυλινδρικό τεμάχιο ξύλου Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. κομμάτι κυλινδρικό από κορμό ίσιου και υψηλού δέντρου (πεύκου ή έλατου) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. ροζιάρικο ξύλο Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικόν κονδυλόομαι- κονδυλούμαι- εξογκούμαι.

    Σχόλια:
    Γενική πτώση: τοι κοντυλιδί’ (ου)
    Αιτιατική πτώση: κοντυλίδ’
    Παράγωγο ουσιαστικό: ο κόνδυλος, κονδυλοφόρος

Παρατηρήσεις - Σχόλια