Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ικραχλανεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ικραχλανεύκουμαι Προφορά: ικραχλανεύκουμαι
  1. αποστρέφομαι, πεζερίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ας σου εγροίξα τον κλεψίον ατ’ ικραχλανεύτα τον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια