Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
σακκονάρα (τα)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: σακκονάρα̤
Προφορά: σακκονάρεα
1) μέρος του σταύλου για τα μοσχάρια 2) χωρίσματα του σαρπίν (αποθήκης)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
μουσκενάρ (το)
θαλαμίδ (το)
πατουφανίτσα (η)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: σακκονάριν / σακκονάρ'
Πληθυντικός: σακκονάρα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια