Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουστώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουσ̌τώνω Προφορά: κουστώνω
  1. σαν να κατάπια κανέναν κούσ̌τ’ (βλ. λ. κούσ̌τ) και σταμάτησε στο λαιμό και δεν μπορώ να φάγω άλλο, αύτο γίνεται όταν καταπίνει κανείς την τροφήν αμάσητη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Έκ’σα το θάνατον ατ’ κ’ εκούσ̌τωσεν η καρδία μ’. (προκαλείται από λύπη, φόβο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια