Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

κάμαση (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κάμαση Προφορά: κάμαση
  1. εργασία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    αρχαίο ρήμα κάμνω

    Παράδειγμα:
    Δώδεκα μήνας κάμαση, δώδεκα μήνας κόποι.

  2. κόπος, μεροκάματο, περιουσία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. ημερομίσθιο, μεροκάματο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Επιπλέον ερμηνεία:
    εργασία με ημερομίσθιο

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα κάμνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια