Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καμαρωτέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καμαρωτέρ' Προφορά: καμαρωτέρ
  1. καλύπτρα που τελευταία αντικαταστάθηκε από το τρεμόν, ύφασμα μεταξωτό ή δικτυωτό με το οποίο η νύφη ήταν καμαρωμένη, σκεπασμένη ώς την ώρα που ο παπάς στα παλιά χρόνια και ο κουμπάρος στα τελευταία την εκαμάρωνε δηλ. αφαιρούσε το καμαρωτήρι. Έφερε χρυσά νήματα, τρέμουσες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
  2. ο νυφικός πέπλος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια