Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θύμπιρον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θύμπιρον Προφορά: θύμπιρον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ποικιλία θυμαριού με άνθη υπόλευκα ή μελανί

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό θύμβρον, νεοελληνικά θρούμπα

  2. θυμάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. είδος θυμαριού, βοτάνου της οικογένειας των χειλανθών Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αρχαίο θύμβρα και θυμβραία (η)- Θεοφράστου « Περί Φυτών ιστορίας»

    Πτώσεις:
    ονομαστική το θύμπιρον
    γενική τοι θυμπιρί'
    αιτιατική το θύμπιρον

Παρατηρήσεις - Σχόλια