Ερμηνεία: κάμα, μεγάλο σπαθί γυριστό με θήκες και με δύο αυτιά στη λαβή
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kama
Παράδειγμα: Βάλλω την κάμαν σα μέσα μ’.