Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θωρώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θωρώ Προφορά: θωρώ
  1. βλέπω, κοιτάζω, προσέχω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα θεωρῶ

    Ιδίωμα:
    Οινόης

    Παραδείγματα:
    1) Ασον πρόσωπον ’κ’ είδα καλόν κι ασή ράχͮη να θωρώ; (βλέπω)
    2) Κάθαν ημέρα που επέρεινε, τον κοφά εθώρεινεν και τα γράμματα. (κοιτάζω, προσέχω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια