Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιβορίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ιβορίζω Προφορά: ιβορίζω
  1. λιχνίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ουσιαστικό βορέας

    Ιδίωμα:
    Τσίτης

    Παράδειγμα:
    Εμείς θα ιβορίζομ’ κι ατοίν θα κουβαλούν.

  2. κουνάω το σιτάρι για να φύγουν οι βρωμιές Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια