Ερμηνεία: εκείνος που φυλάει (χωράφι...) μέσα σε καλύβη
Ιδίωμα: Όφεως
Παράδειγμα: Οι Τούρκ’ οι καλυβτσ̌ήδες πά ωράζ’νανε άς σό άλρο.