Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ρθουμμούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ρθουμμούλ' Προφορά: ρθουμούλ
  1. ψίχουλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    θρουμμουλίζω, ρθουμμουλίζω (θρυμματίζω, Ιδίωμα: Σαντάς, κάνω ψίχουλα το ψωμί, την πέτρα)

Παρατηρήσεις - Σχόλια