Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καϊπανά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καϊπανά Προφορά: καϊπανά
  1. αφιλότιμο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Αβούτο η καϊπανά σ’ επεφράεν και τρέχͮ άσ’ ούλα̤ τα μερόθεν. (γενετήσιο όργανο)
    2) Θα αγοράζω και καρφία να καρφώνω τα καϊπανάδας ατουν. (γενετήσιο όργανο)
    2) Ατό την καϊπανά, ατόσο οντά ν’ εφοβόσουνε ντ’ επερίνες ατο απάνα σ’. (αφιλότιμο, Ιδίωμα: Σουρμένων)

    Προέλευση:
    τουρκική

  2. ρημάδι αντρικό μόριο (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια