Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κούρσος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κούρσος Προφορά: κούρσος
  1. επιδρομή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ποιητικό

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη cursus = επιδρομή

    Παράδειγμα:
    Γυναίκικον ο πόλεμον γυναίκικον ο κούρσος.

Παρατηρήσεις - Σχόλια