Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρσεύκουμαι [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρσεύκουμαι Προφορά: κουρσεύκουμαι
  1. κατακτιέμαι, αιχμαλωτίζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κουρσεύκουμαι ας σα κλαίητα. (κλαίω σαν να είμαι αιχμάλωτος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια