Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιζεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ιζεύω Προφορά: ιζεύω
  1. επιπλέω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη γιουζμέκ

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Παράδειγμα:
    Ελέπ’ έναν σαντούκ’ ιζεύ’ απάν’ σό ποτάμ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια