Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ίδρωμαν (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: ίδρωμαν
  1. ιδρώτας Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ’ ιδρώματα μ’ τρέχ’νε ποτάμ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια