Ερμηνεία: κάνω το ψωμί κομματάκια και τα ρίχνω στο πιάτο
Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα θρύπτω
Παράδειγμα: Ήντα̤ν θρύφ’ς σο πινά̤κι σ’, θα έρ’ται σο χουλιάρι σ’.
Ερμηνεία: σπάζω σε μικρά κομμάτια
Ενεστώτας: θρύβω Παρατατικός: έθρυβα Μέλλοντας: θα θρύβω Αόριστος: έθρυψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.