Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θρύβω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: θρύβω Προφορά: θρύβω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    κάνω το ψωμί κομματάκια και τα ρίχνω στο πιάτο

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα θρύπτω

    Παράδειγμα:
    Ήντα̤ν θρύφ’ς σο πινά̤κι σ’, θα έρ’ται σο χουλιάρι σ’.

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    σπάζω σε μικρά κομμάτια

Παρατηρήσεις - Σχόλια