Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θρήσκος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: θρήσκος Προφορά: θρήσκος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φανατικός οπαδός της θρησκείας του

    Παραδείγματα:
    1) Ατόσον θρήσκος έτον, την Τετράδ’ και την Παρασ̌κευήν πα ’κ’ εμαντζίριζεν.
    2) Εσχωρεμέντζα η Τοπαλίνα πολλά θρήσκαινα έτον (Ιδίωμα: Κοτυώρων)

Παρατηρήσεις - Σχόλια