Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
φανατικός οπαδός της θρησκείας του
Παραδείγματα:
1) Ατόσον θρήσκος έτον, την Τετράδ’ και την Παρασ̌κευήν πα ’κ’ εμαντζίριζεν.
2) Εσχωρεμέντζα η Τοπαλίνα πολλά θρήσκαινα έτον (Ιδίωμα: Κοτυώρων)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Αρσενικό:
Ενικός: θρήσκος
Πληθυντικός: θρήσκοι
Θηλυκό:
Ενικός: θρήσκαινα
Πληθυντικός: θρήσκοι
Ουδέτερο:
Ενικός: θρήσκον
Πληθυντικός: θρήσκα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.