Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό θεωρία, στη νεοελληνική "θωριά"
Παραδείγματα: 1) Έχασα τη θωρέα μου και είμαι μαραιμένος.(όψη, παρουσιαστικό) 2) Ο ήλεν καίει το πρόσωπο σ’ κι αέρα τη θωρέα σ’. (ομορφιά)
Ενικός: η θωρέα Πληθυντικός: τα θωρέας