Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θερέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θερέα Προφορά: θερέα
  1. όψη, παρουσιαστικό, ομορφιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό θεωρία, στη νεοελληνική "θωριά"

Παρατηρήσεις - Σχόλια