Ερμηνεία: ανάβω και κάμνω κάρβουνα
Προέλευση: από το αρχαίο ἀνθρακῶ = μεταβάλλω σε άνθρακα
Ερμηνεία: ανάβω ξυλοκάρβουνα
Ερμηνεία: ανάβω ξύλα συνδαυλίζοντάς τα
Ενεστώτας: θρακώνω Παρατατικός: εθράκωνα Μέλλοντας: θα θρακώνω Αόριστος: εθράκωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.