Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα τρέφω
Ιδίωμα: Οινόης
Παράδειγμα: Η καλή καρδιά (ενν. του γείτονα) θρεύει κι η κακή με ξολοθρεύει.
Ενεστώτας: θρεύω Παρατατικός: έθρευα Μέλλοντας: θα θρεύω Αόριστος: έθρεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.