Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

θομάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: θομάρ' Προφορά: θομάρ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    φυτό με φύλλα πλατιά των οποίων οι βλαστοί βραζόμενοι ήταν γλοιώδεις, ξηραίνονταν το καλοκαίρι, για να τηγανιστούν το χειμώνα με αβγά (θομαροτήγανον)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό θύμος ή θύμον και την κατάληξη -αριν

    Ομόρριζο - Παράγωγο:
    θομαρένεν (από θυμάρι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια