Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαρίπς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γαρίπ'ς Προφορά: γαρίπς
  1. ορφανός, ξένος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    χωρίς προστάτην

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη καρίπ

    Παραδείγματα:
    1) Και πώς θ’ αφήντς μας ορφανά, γαρίπα̤ απάν’ σoν κόσμον; (ορφανός)
    2) Κλάψον με μάνα, φλιβερά επέμ’να σα γαρίπ'κα. (ξένος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια