Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
γάρταλος (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: γάρταλος
Προφορά: γάρταλος
αετός, γύπας
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική λέξη kartal
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
καρτάλ (το)
Ιδιωματική Εκδοχή
κάρταλος (ο)
κάρταλον (το)
χάρταλον (ο)
γάρταλον (ο)
Γενικά Σχόλια
Ενικός: γάρταλος
Πληθυντικός: γαρτάλοι / γαρτάλ'
Παρατηρήσεις - Σχόλια