Ερμηνεία: αισθάνομαι και συστέλλομαι διότι είμαι σε ξένο μέρος
Προέλευση: από την λέξη γαρίπς
Παράγωγο: γαριπλάεμαν
Ενεστώτας: γαριπλανεύκουμαι Παρατατικός: εγαριπλανεύκουμ'νε Μέλλοντας: θα γαριπλανεύκουμαι Αόριστος: εγαριπλανεύτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.