Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαρσιλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γαρσ̌ιλαεύω Προφορά: γαρσιλαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) βγαίνω εις υπάντησιν
    2) πυροβολώ άμα πλησιάσει ο ξενιτεμένος
    3) κατά τον χορόν γονατίζω μπροστά στο γαμπρό ή τη νύφη ή στο συγγενή του ενός και της άλλης
    που χορεύει μαζί τους, για να με πληρώσουν κάτι. Αυτό το κάμνουν και τώρα οι οργανοπαίκτες

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη καρσ̌ιλαμάκ

    Παράδειγμα:
    Ντ’ εσέβεν σο χορόν να χορεύ’ με τη νύφεν και ο λυριτσ̌ής εγαρσ̌ιλάεψεν ατον.

  2. αντικρίζω, συναντώ, ανταμώνω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια