Ερμηνεία: ανοίγω πολύ τα μάτια
Προέλευση: από το επίθετο γαρδίλης = αυτός που έχει μεγάλα μάτια
Γαρδιλώνω (τ'ομμάτεα μ') = γουρλώνω (τα μάτια μου)
Ενεστώτας: γαρδιλώνω Παρατατικός: εγαρδίλωνα Μέλλοντας: θα γαρδιλώνω Αόριστος: εγαρδίλωσα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.