Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γορδιλώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γορδιλώνω Προφορά: γορδιλώνω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ανοίγω πολύ τα μάτια

    Ιδίωμα:
    Κοτυώρων

    Προέλευση:
    από το επίθετο γαρδίλης = αυτός που έχει μεγάλα μάτια.

    Παράδειγμα:
    Ο μισιαφίρτς εγορδίλωσεν τ’ ομμάτα̤ και τερεί.

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    γουρλώνω τα μάτια μου από έκπληξη ή ξάφνιασμα

Παρατηρήσεις - Σχόλια