Παράδειγμα: Γιλεύω να σ̌κίζω το χͮöν’
Παράγωγα: γίλεμαν
Συνώνυμο: εχτιάτσ̌ εφτάω, εχτιάζω, τσ̌ακινεύκουμαι
Ενεστώτας: γιλεύω Παρατατικός: εγίλευα Μέλλοντας: θα γιλεύω Αόριστος: εγίλεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.