Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιλεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γιλεύω Προφορά: γιλεύω
  1. ατολμώ, βαριέμαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Γιλεύω να σ̌κίζω το χͮöν’

    Παράγωγα:
    γίλεμαν

  2. δειλιάζω, βαριέμαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. διστάζω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

    Συνώνυμο: εχτιάτσ̌ εφτάω, εχτιάζω, τσ̌ακινεύκουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια