Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ινσάφ (το) [Επιφώνημα, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ινσάφ' Προφορά: ινσάφ
  1. έλεος, νισάφι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Μάνα ’κί παίρω σαράφ’ απάν’ ατ’ ξάϊ ’κ’ έχͮ’ ινσάφ’.

Παρατηρήσεις - Σχόλια