Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ιντέρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ιντέρ' Προφορά: ιντέρ
  1. έντερο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    Τη μυίας τ’ ιντέρα̤ αγλαθιάζ’. (είναι πολύ λεπτολόγος)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ουσιαστικό ἔντερο

  2. έντερο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. έντερο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    ιντέρ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια