κουνοπαίδ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουνοπαίδ'
Προφορά: κουνοπαίδ
-
μωρό που κοιμάται ακόμα στην κούνια, δηλαδή μικρό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
βρέφος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης