Αρσενικό: Ενικός: ογούζης / ογού͜ης Πληθυντικός: ογούζοι / ογούζ'
Θηλυκό: Ενικός: ογούζαινα Πληθυντικός: ογούζ'
Ουδέτερο: Ενικός: ογούζικον / ογούζ'κον Πληθυντικός: ογούζικα / ογούζ'κα
Επίρρημα: ογούζ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.