Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιλγούνια [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. γιλγούνια , 2. γιλγούνα̤ Προφορά: γιλγούνια
  1. δειλά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Μίαν σα λαλάτσ̌α̤ και μίαν σα χώματα κρούομε και κατηβαίνουμε γιλγούνια ση θάλασσαν.

    Επίθετο:
    γιλγούντς, -ούναινα, -ν'κον (δειλός)

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    γιλγουνλούχ' (δειλία)
    γιλγουνωτός (ολίγο δειλός)
    γιλγουνλαεύω (δειλιάζω)

Παρατηρήσεις - Σχόλια