Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καιρός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καιρός Προφορά: καιρός
  1. διάθεση, υγεία, εποχή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ντό καιρός έν’ οξυκέσ’;. (κατάσταση ατμόσφαιρας)
    2) Ξάι τον καιρό μ’ ’κ’ έχω. (διάθεση, υγεία)
    3) Διαβαίν’νε χρόνια και καιροί, καμίαν ’κί γεράτε. (εποχή)
    4) Χρόνια έρθαν κ’ εδέβανε, καιροί έρθαν και πάγ’νε. (εποχή)
    5) Έ μαύρον καιρός, τα καμέλια (οι καμήλες) πά’ χουρμάδες έχͮεζαν. (εποχή)

  2. καιρός, εποχή, χρόνος κατάλληλη περίσταση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια