Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

θεός (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. θεός , 2. Θεός Προφορά: θεός
  1. θεός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Άβουλα τη Θεού φύλλον ’κί λαΐσκεται.
    2) Από πάν’-ι Θεός κι αποφκά, ατός, ένας μοναχός.
    3) Τον Θεόν είναν εξέρ’. (είναι απλοϊκός)
    4) Σ’ είναν Θεόν ανθρώπ’. (απλοϊκοί, απονήρευτοι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια