Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

μεγαλές (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: μεγαλέσ̌' Προφορά: μεγαλές
  1. είδος σταφυλιού έχει μεγάλες ρώγες Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το μεγαλήσιον

    Χρήση από:
    Κούσης

  2. είδος σταφυλιού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια