Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ισιτουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ισ̌ιτουρεύω Προφορά: ισιτουρεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    του δίνω να καταλάβει πλαγίως

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Ισ̌ιτούρεψε μας ντο θέλ’ λώματα.

Παρατηρήσεις - Σχόλια