Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τζόνια (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τζόνα̤ Προφορά: τζόνεα
  1. σχισμένες βέργες με τις οποίες πλέκουν καλάθια Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια